λουστρίνι


λουστρίνι
[лустрини] ουσ. о. лакированная кожа,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λουστρίνι" в других словарях:

  • λουστρίνι — το ιού (λ. ιταλ.), γυαλιστερό βερνικωμένο δέρμα πολυτελείας: Στην εκδήλωση θα φορέσω παπούτσια από λουστρίνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λουστρίνι — Κατεργασμένο δέρμα, βερνικωμένο με βερνίκι από νέφτι και κοπάλιο. Βλ. λ. δέρμα. * * * το 1. γυαλιστερό δέρμα πολυτελείας 2. στον πληθ. τα λουστρίνια υποδήματα από τέτοιο δέρμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. lustrino «γυαλιστερό» (< ιταλ. lustro… …   Dictionary of Greek

  • δέρμα — I (Ανατ.).Προστατευτικό όργανο (πάχους 0,5 4 χιλιοστών), που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του σώματος και μεταπίπτει, κατά τις φυσικές οπές του, στους βλεννογόνους. Αποτελείται από ένα λεπτό επιφανειακό στρώμα επιθηλιακού ιστού, την επιδερμίδα …   Dictionary of Greek

  • Σεβερίνι, Τζίνο — (Severini). Ιταλός φουτουριστής ζωγράφος (1883 1966). Στο έργο του το δυναμικό στοιχείο γίνεται αισθητό στη στενά οπτική, νοητική αξία του. Ακόμα και στις πιο αφηρημένες συνθέσεις του διακρίνεται ένα σχήμα κίνησης, στο οποίο νοιώθει κανείς το… …   Dictionary of Greek